Πώς οι γλώσσες αλλάζουν το τρόπο που σκέφτεσαι και απαντάς

author-img interlingua kallitheas 22 Απριλίου, 2026

Το 1964, σε ένα γραφείο του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, μια γυναίκα ιαπωνικής καταγωγής που ζούσε χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες συμπλήρωνε ένα ερωτηματολόγιο. Δεν ήταν τεστ γνώσεων ούτε εξέταση προσωπικότητας με την κλασική έννοια. Η γλωσσολόγος Susan Ervin-Tripp της έδινε ημιτελείς φράσεις και της ζητούσε να τις ολοκληρώσει όπως εκείνη ήθελε.

Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε η φράση «Όταν οι επιθυμίες μου συγκρούονται με την οικογένειά μου…». Η γυναίκα τη συμπλήρωσε χωρίς δισταγμό: «είναι μια στιγμή μεγάλης δυστυχίας». Λίγη ώρα αργότερα, μέσα στην ίδια συνεδρία, η ερευνήτρια της έδωσε ξανά την ίδια ακριβώς ημιτελή φράση. Αυτή τη φορά η απάντηση ήρθε εξίσου γρήγορα, αλλά ήταν εντελώς άλλη: «κάνω αυτό που θέλω».

Ανάμεσα στις δύο απαντήσεις είχε αλλάξει ένα μόνο πράγμα. Στην πρώτη περίπτωση η γυναίκα μιλούσε Ιαπωνικά. Στη δεύτερη, Αγγλικά. Αυτό το απλό, σχεδόν ανεπαίσθητο πείραμα της Ervin-Tripp, που έμεινε στην ιστορία της γλωσσολογίας, έβαλε στον επιστημονικό χάρτη ένα ερώτημα το οποίο απασχολεί έκτοτε γενιές ερευνητών: αλλάζει ο άνθρωπος όταν αλλάζει γλώσσα; Και αν ναι, τι ακριβώς αλλάζει, και γιατί;

Μια παρατήρηση που όλοι έχουν κάνει, κανείς όμως δεν έχει εξηγήσει

Οποιοσδήποτε μιλάει με κάποια άνεση μια δεύτερη γλώσσα έχει νιώσει κάτι ανάλογο, ακόμα κι αν δεν το έχει διατυπώσει ποτέ με λόγια. Στα Ιταλικά ίσως χειρονομεί πιο έντονα. Στα Αγγλικά ίσως του είναι πιο εύκολο να πει κάτι που στα Ελληνικά θα το κρατούσε για τον εαυτό του. Στα Γερμανικά ίσως διατυπώνει με περισσότερη προσοχή, ενώ σε μια ελληνική παρέα κινείται με πολύ μεγαλύτερη άνεση και αυτοσαρκασμό.

Για πολλά χρόνια η ακαδημαϊκή ψυχολογία τις παρατηρήσεις αυτές δεν τις έπαιρνε ιδιαίτερα σοβαρά, κυρίως επειδή η προσωπικότητα θεωρούνταν σχετικά σταθερή και ανεξάρτητη από το γλωσσικό περιβάλλον. Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά.

Η μελέτη που επιβεβαίωσε το φαινόμενο επιστημονικά

Το 2006, μια ομάδα ερευνητών με επικεφαλής την Nairán Ramírez-Esparza, στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, επιχείρησε να ελέγξει αν το φαινόμενο που είχε περιγράψει η Ervin-Tripp αντέχει σε πιο αυστηρή επιστημονική δοκιμασία. Στρατολόγησαν δίγλωσσους Ισπανόφωνους-Αγγλόφωνους και τους ζήτησαν να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο προσωπικότητας «Big Five» δύο φορές: μία στα Ισπανικά και μία στα Αγγλικά.

Τα αποτελέσματα ήταν σαφή. Οι ίδιοι άνθρωποι σκόραραν συστηματικά υψηλότερα στην εξωστρέφεια όταν απαντούσαν στα Αγγλικά από ό,τι όταν απαντούσαν στα Ισπανικά. Και, κάτι εξίσου σημαντικό, η διαφορά αυτή αντικατόπτριζε μια υπαρκτή διαφορά ανάμεσα στους μονόγλωσσους πληθυσμούς. Οι μονόγλωσσοι Αγγλόφωνοι τείνουν όντως να εμφανίζονται πιο εξωστρεφείς από τους μονόγλωσσους Ισπανόφωνους στην ίδια κλίμακα.

Οι δίγλωσσοι, δηλαδή, δεν ήταν «διπρόσωποι». Απλώς πλησίαζαν λίγο περισσότερο τα χαρακτηριστικά της κάθε κουλτούρας όταν βρίσκονταν μέσα στη γλώσσα της.

Οι ερευνητές ονόμασαν αυτό το φαινόμενο cultural frame switching, κάτι σαν αλλαγή πολιτισμικού πλαισίου. Η εξήγηση που προκρίνουν είναι απλή και, όταν τη σκεφτεί κανείς, μάλλον αυτονόητη: κάθε γλώσσα δεν μεταφέρει μόνο πληροφορίες, κουβαλάει μαζί της έναν ολόκληρο κόσμο. Συνήθειες, κοινωνικούς κανόνες, τρόπους να εκφράσει κανείς ευγένεια, οικειότητα, χιούμορ ή αυστηρότητα. Όποιος μπαίνει σε μια γλώσσα, μπαίνει ως έναν βαθμό και σε αυτόν τον κόσμο.

Όταν η γλώσσα δεν αλλάζει μόνο το πώς μιλάμε, αλλά και το πώς σκεφτόμαστε

Η συζήτηση πηγαίνει βαθύτερα όταν φτάνει κανείς στο έργο της Lera Boroditsky, γνωστικής επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Η Boroditsky έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας της στο να δείξει ότι οι διαφορές ανάμεσα στις γλώσσες δεν είναι επιφανειακές. Η γραμματική, η σύνταξη και το λεξιλόγιο κάθε γλώσσας καθορίζουν, σε έναν βαθμό, τι αναγκάζεται να προσέξει ο ομιλητής όταν μιλάει, και κατ’ επέκταση τι μαθαίνει να βλέπει στον κόσμο.

Ένα από τα παραδείγματά της αφορά μια αυτόχθονη κοινότητα στη βόρεια Αυστραλία, τους Kuuk Thaayorre. Η γλώσσα τους δεν έχει λέξεις για το «αριστερά» και το «δεξιά». Έχει μόνο απόλυτους προσανατολισμούς, τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο ομιλητής αναγκάζεται, κάθε φορά που θέλει να προσδιορίσει μια θέση, να ξέρει πού βρίσκεται ο βορράς. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Kuuk Thaayorre εμφανίζουν εκπληκτική αίσθηση προσανατολισμού, ακόμα και σε εντελώς άγνωστα μέρη. Η γλώσσα τους τους έχει εκπαιδεύσει από παιδιά να προσέχουν κάτι που οι περισσότεροι δυτικοί ομιλητές αγνοούν συστηματικά.

Σε ένα άλλο πείραμα, Άγγλοι και Γερμανοί ομιλητές είδαν τα ίδια βιντεοσκοπημένα στιγμιότυπα ανθρώπων που περπατούσαν. Όταν τους ζητήθηκε να περιγράψουν τι είδαν, οι Γερμανοί εστίασαν σημαντικά πιο συχνά στον προορισμό, στο πού κατευθυνόταν η κίνηση. Οι Άγγλοι έμειναν κυρίως στην ίδια τη διαδικασία του περπατήματος. Η διαφορά δεν είναι άσχετη με τη γλώσσα: η γερμανική ρηματική δομή σπρώχνει τον ομιλητή να σκεφτεί ολοκληρωμένα γεγονότα, ενώ η αγγλική επιτρέπει πιο εύκολα να μείνει κανείς στην εν εξελίξει δράση. Όταν οι ίδιοι δίγλωσσοι Γερμανοί-Άγγλοι έκαναν το πείραμα πρώτα στη μία και μετά στην άλλη γλώσσα, οι απαντήσεις τους μετακινήθηκαν αναλόγως.

Συμπέρασμα: η γλώσσα δεν είναι απλώς το εργαλείο με το οποίο εκφράζουμε τη σκέψη μας. Σε έναν βαθμό, είναι και ένα εργαλείο που τη διαμορφώνει.

Τα νευρολογικά οφέλη, που είναι ίσως η πιο πρακτική πλευρά της ιστορίας

Αν τα παραπάνω ακούγονται αφηρημένα ή φιλοσοφικά, τα ευρήματα της ψυχογλωσσολόγου Ellen Bialystok στο Πανεπιστήμιο York του Καναδά τα φέρνουν πολύ κοντά στην καθημερινή ζωή. Η Bialystok και η ερευνητική της ομάδα μελέτησαν επί δεκαετίες ασθενείς με άνοια και νόσο Alzheimer, διαχωρίζοντάς τους σε δίγλωσσους και μονόγλωσσους και ελέγχοντας προσεκτικά μεταβλητές όπως η ηλικία, η μόρφωση και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο.

Το εύρημα που δημοσίευσαν ήταν ότι οι δίγλωσσοι ασθενείς εμφάνιζαν τα πρώτα συμπτώματα της νόσου κατά μέσο όρο τρία με τέσσερα χρόνια αργότερα από τους μονόγλωσσους. Καμία φαρμακευτική αγωγή δεν έχει, μέχρι σήμερα, επιτύχει αντίστοιχη καθυστέρηση στην εκδήλωση της νόσου.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ένα δευτερογενές εύρημα από μεταγενέστερες έρευνες. Σε εγκεφαλικές απεικονίσεις δίγλωσσων ασθενών, η παθολογία της νόσου εμφανιζόταν κάποιες φορές σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στους μονόγλωσσους, κι όμως η λειτουργική τους ικανότητα παρέμενε υψηλότερη. Η εξήγηση που προκρίνεται είναι ότι η χρήση δύο γλωσσών λειτουργεί ως «γνωστικό απόθεμα»: ένα είδος απόθεμα δύναμης που επιτρέπει στον εγκέφαλο να αντισταθεί για μεγαλύτερο διάστημα στη φθορά.

Ο μηχανισμός, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ο εξής. Όταν ένας δίγλωσσος μιλάει τη μία γλώσσα, ο εγκέφαλός του είναι υποχρεωμένος να καταστέλλει ενεργητικά την άλλη για να μη μπλεχτούν οι κώδικες. Αυτή η διαρκής, ασυνείδητη άσκηση ελέγχου εξασκεί δια βίου αυτό που η νευροψυχολογία αποκαλεί εκτελεστική λειτουργία: την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να εστιάζει επιλεκτικά, να αγνοεί περισπασμούς και να μεταβαίνει γρήγορα από τη μια νοητική εργασία στην άλλη. Δεξιότητες που, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι απλώς χρήσιμες στην καθημερινή ζωή, αλλά φαίνεται να προστατεύουν και τον ίδιο τον εγκέφαλο στο πέρασμα των δεκαετιών.

Η συναισθηματική διάσταση

Μια τελευταία πτυχή, ίσως η πιο ανθρώπινη από όλες, αφορά τον τρόπο που τα συναισθήματα μεταφέρονται διαφορετικά στις δύο γλώσσες. Σε μελέτη που έγινε με δίγλωσσους κινεζικής καταγωγής που ζούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συμμετέχοντες περιέγραφαν ότι τους ήταν ευκολότερο να εκφράσουν ορισμένα δύσκολα συναισθήματα στα Αγγλικά παρά στα Κινεζικά. Ο λόγος που έδιναν οι ίδιοι ήταν ότι η δεύτερη γλώσσα, η γλώσσα που έμαθαν αργότερα στη ζωή τους, δεν κουβαλούσε το ίδιο βάρος, τους ίδιους κοινωνικούς περιορισμούς και τους ίδιους απαγορευτικούς κανόνες που είχαν εσωτερικεύσει από την παιδική ηλικία στη μητρική τους γλώσσα.

Η παρατήρηση αυτή επαληθεύεται και στην αντίθετη κατεύθυνση. Όταν οι ίδιοι συμμετέχοντες ανέσυραν βαθιά προσωπικές αναμνήσεις, η συναισθηματική ένταση ήταν μεγαλύτερη στη μητρική γλώσσα. Η δεύτερη γλώσσα, θα έλεγε κανείς, προσφέρει μια χρήσιμη απόσταση. Η μητρική γλώσσα προσφέρει βάθος. Οι δύο μαζί προσφέρουν κάτι που μια μόνη γλώσσα δύσκολα μπορεί να δώσει.

Τι σημαίνουν όλα αυτά

Η εικόνα που συντίθεται από τη σύγχρονη έρευνα είναι αρκετά ξεκάθαρη. Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας δεν είναι απλώς η απόκτηση μιας δεξιότητας ανάμεσα σε άλλες. Είναι μια διαδικασία που αλλάζει ταυτόχρονα τον τρόπο που ο άνθρωπος μιλάει, τον τρόπο που σκέφτεται, τον τρόπο που νιώθει, ακόμα και τον τρόπο που θα γερνάει ο εγκέφαλός του.

Η γυναίκα του 1964, εκείνη που έδωσε δύο τόσο διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια ερώτηση, δεν ήταν ούτε διπρόσωπη ούτε ασυνεπής. Είχε απλώς κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής της, και πολλοί ακόμα και σήμερα, δεν έχουν: περισσότερους από έναν τρόπους να σταθεί απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό.

Κάθε νέα γλώσσα που μαθαίνει κανείς, τελικά, είναι ένα τέτοιο δώρο. Ένας ακόμη εαυτός να γνωρίσει, ένας ακόμη τρόπος να δει τον κόσμο, και, αν πιστέψει κανείς τους νευροψυχολόγους, μερικά ακόμη χρόνια καθαρής σκέψης στην άλλη άκρη της ζωής.

Αν διαβάζοντας το άρθρο αυτό σκεφτήκατε μια συγκεκριμένη γλώσσα – ίσως μία που ξεκινήσατε κάποτε, ίσως μία που την έχετε στη λίστα χρόνια – στείλτε μας ένα μήνυμα. Θα συζητήσουμε μαζί σας χωρίς δεσμεύσεις, τι θα ταίριαζε καλύτερα στη δική σας περίπτωση.

Επικοινωνήστε μας

Ελάτε να γνωριστούμε – Επικοινωνήστε μαζί μας

Στοιχεία Επικοινωνίας

Τηλέφωνα:

Εγγραφείτε στο Newsletter μας!

Γίνετε μέλος της κοινότητάς μας και μάθετε πρώτοι όλα όσα σας ενδιαφέρουν!